ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Γεννήθηκα στην Αθήνα το 1979.

Δεκαεφτά χρονών (17) μετακόμισα στην Αμερική για να σπουδάσω την επιστήμη της Ψυχολογίας στo Hofstra University στην Νέα Υόρκη.

Ο κύκλος σπουδών μου αφορούσε εμβάθυνση σε αποκλειστικά επιστημονικά τεκμηριωμένες ψυχολογικές θεραπείες (Cognitive Therapy, Cognitive Behavioural Therapy, Behavioural Therapy, Rational Emotive Therapy, Dialectical Behaviour Therapy) παράλληλα με μαθήματα αναπτυξιακής Ψυχολογίας, Ψυχοπαθολογίας, Βιολογίας, και Κοινωνιολογίας. Ιδιαίτερη έμφαση δινόταν στις θεωρίες της Μάθησης, την Μεθοδολογία της Έρευνας και την Στατιστική. Κύριος στόχος του βασικού πτυχίου ήταν η ανάπτυξη της ικανότητας αξιολόγησης επιστημονικών άρθρων ώστε οι μέθοδοι και οι τεχνικές που θα επιλέγαμε να εφαρμόσουμε αργότερα στην κλινική μας πρακτική να υποστηρίζονται από την πιο πρόσφατη έγκυρη επιστημονική βιβλιογραφία.


Στην Αμερική είχα την τύχη να διδαχθώ και να εξοικειωθώ με τις τότε καινοτόμες και πρωτοποριακές θεραπευτικές μεθόδους στον χώρο της Ψυχικής Υγείας, που εκείνη την εποχή βρίσκονταν ακόμα στο στάδιο επεξεργασίας ενώ τώρα αποτελούν “συνήθη πρακτική” (standard practice). Αναφέρω ενδεικτικά την εφαρμογή της Integrated Psychological Therapy στην ενδυνάμωση των νοητικών λειτουργιών σε άτομα που πάσχουν από σχιζοφρένεια, στην χορήγηση ναλτρεξόνης για την αντιμετώπιση της εξάρτησης από το αλκοόλ, στην χρήση του βελονισμού σε ασθενείς με εξάρτηση ουσιών για την διαχείριση των επιθυμιών (cravings) και των στερητικών συμπτωμάτων.

Μια από τις σπουδαιότερες εμπειρίες μου ως φοιτήτρια στην Αμερική ήταν η συμμετοχή μου στις “ανοιχτές” συνεδρίες του Albert Ellis, του ιδρυτή της Λογικό Θυμικής Θεραπείας (Rational Emotive Therapy), σε εβδομαδιαία βάση στο Albert Ellis Institute στο Ανατολικό Μανχάτταν.

Ολοκλήρωσα τις σπουδές μου με Άριστα (9,35/10) και επιστρέφοντας στην Ελλάδα ξεκίνησα την πρακτική μου άσκηση στην Μονάδα Θεραπείας Συμπεριφοράς του Κέντρου Ψυχικής Υγιεινής Αθηνών, και αργότερα την ειδίκευση μου στο Ψυχολογικό Τμήμα του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου του Αιγινητείου.

Στην Μονάδα Θεραπείας Συμπεριφοράς εργάστηκα εθελοντικά για τρία χρόνια όπου ειδικεύτηκα στην διάγνωση και την ψυχοθεραπεία όλων των Αγχωδών Διαταραχών (Διαταραχή Πανικού, Αγοραφοβία, Κοινωνική Φοβία, Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή, Ειδικές Φοβίες, Μετα-Τραυματική Διαταραχή, Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή και την Υποχονδρίαση) χρησιμοποιώντας την μεθοδολογία και τις τεχνικές της Γνωσιακής και κυρίως της Συμπεριφορικής Ψυχοθεραπείας, οι οποίες προτάσσονται ως θεραπείες εκλογής για τις Αγχώδεις Διαταραχές λόγω της μεγάλης τους αποτελεσματικότητας.

Στην ΜΘΣ διεξήγα κλινικό και ερευνητικό έργο. Δημιουργήσαμε μια ομάδα για την “Έρευνα της Μετα Τραυματικής Διαταραχής Άγχους στην Ελλάδα” με επικεφαλής την τότε Λέκτορα στο King’s College London, κυρία Λιβανού Μαρία, σε συνεργασία με το “Section of Trauma Studies” του Institute of Psychiatry. Σχεδιάσαμε και διεξήγαμε έρευνα πεδίου στους ανθρώπους που είχαν πληγεί από το σεισμό της Πάρνηθας προκειμένου να μελετήσουμε τις ψυχολογικές συνέπειες αυτού του καταστροφικού σεισμού. Ήταν μια μοναδική εμπειρία στην οποία οφείλω την εξοικείωση μου με όλα τα στάδια της έρευνας (σχεδιασμό έρευνας και σύνταξη ερευνητικού πρωτοκόλλου, συλλογή και στατιστική ανάλυση δεδομένων) καθώς και με την συγγραφή και διαδικασία δημοσίευσης επιστημονικών άρθρων σε peer reviewed journals. Για τις ανάγκες αυτών των ερευνών εκπαιδεύτηκα στην χορήγηση και αξιολόγηση της ημιδομημένης ψυχιατρικής συνέντευξης SCID-II.

Ως Ειδικευόμενη Ψυχολόγος στο Ψυχολογικό Τμήμα του Αιγινητείου Νοσοκομείου, με επόπτρια την κ. Βάρσου Νατάσσα, εκπαιδεύτηκα στην νευροψυχολογία και στην χορήγηση και αξιολόγηση νευροψυχολογικών και ψυχομετρικών δοκιμασιών (WCST, Stroop CWT, RAVLT, Benton Trail Making Test, Rey Complex Figure Test κ.α.) συμπεριλαμβανομένης και της κλίμακας νοημοσύνης του Wechsler (W.A.I.S.) τόσο σε ασθενείς του νοσοκομείου όσο και στον γενικό πληθυσμό στο πλαίσιο ποικίλλων ερευνών. Εκπαιδεύτηκα επίσης στην χορήγηση και την αξιολόγηση της ψυχομετρικής κλίμακας M.M.P.I. για την διερεύνιση της προσωπικότητας και της ψυχοπαθολογίας.

Η ενεργός συμμετοχή μου στις ανοιχτές εφημερίες του Αιγινητείου, με έφερε για πρώτη φορά σε επαφή με ανθρώπους σε οξεία φάση, ή αλλιώς σε “κρίση” με ενεργή συμπτωματολογία, και τότε ήταν που καλλιέργησα την ικανότητα οξυδερκούς παρατήρησης σημείων και ακριβέστερης και συστηματικότερης διερεύνισης συμπτωμάτων, την ικανότητα διαχείρισης κρίσεων και βίαιης συμπεριφοράς. Πρωτίστως όμως, αυτές οι εφημερίες, με βοήθησαν να αναπτύξω ενσυναίσθηση και συμπόνοια τόσο για τις πάσχουσες και τους πάσχοντες όσο και για τις οικογένειες τους. Το Αιγινήτειο Νοσοκομείο είναι μια αμιγώς πανεπιστημιακή κλινική οπότε δεν ήταν λίγες οι φορές που παραπέμποταν από άλλα νοσοκομεία, ασθενείς που παρουσίαζαν σπάνιες διαταραχές (π.χ. σχιζοφρένεια κατατονικού τύπου), άτυπη συμπτωματολογία, ή ασθενείς που ήταν ανθεκτικοί στην φαρμακοθεραπεία, γεγονός που όξυνε και διεύρυνε την αντίληψη μου περί της ψυχοπαθολογίας.

Ξεκίνησα να μαθαίνω την τέχνη της διεξαγωγής μιας ψυχιατρικής συνέντευξης στην ΜΘΣ αλλά οι δεξιότητες μου στην κλινική παρατήρηση “ακονίστηκαν” με την παρακολούθηση των μαθημάτων “Κλινικής Ψυχοπαθολογίας” του Αναπληρωτή Καθηγητή Ψυχιατρικής, κ. Παναγιώτη Ουλή που εκείνη την περίοδο δεν έχουν διαμορφωθεί ακόμα σε επίσημο σεμινάριο. Λίγο αργότερα ξεκινά και το “Σεμινάριο Φιλοσοφίας και Μεθοδολογίας της Ψυχοπαθολογίας”, κατά την διάρκεια του οποίου ως ειδικευόμενοι ψυχίατροι και ψυχολόγοι παρουσιάζαμε εισηγήσεις εκ περιτροπής. Ήταν μια εξαιρετικά γόνιμη περίοδος αφού μετά τα μαθήματα στο αμφιθέατρο, η ανάπτυξη της κλινικής μας σκέψης, οι εποικοδομητικές αντιπαραθέσεις και οι επιστημολογικοί προβληματισμοί συνεχίζονταν και σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις, οι οποίες παρά τον άτυπο χαρακτήρα τους συνέβαλαν ουσιαστικά στην ακόμη μεγαλύτερη εμβάθυνση επί των θεμάτων που μελετούσαμε.

Ολοκληρώνοντας την ειδίκευση μου στο Αιγινήτειο Νοσοκομείο, ξεκίνησα την λειτουργία ιδιωτικού γραφείου αναλαμβάνοντας την θεραπεία ανθρώπων που υποφέρουν κυρίως από άγχος, φοβίες ή/ και κατάθλιψη. Παράλληλα εργάζομαι για ένα σύντομο χρονικό διάστημα ως εξωτερικός συνεργάτης του Ε.Π.Ι.Ψ.Υ για το “Πρόγραμμα Ψυχαργώς”, υπό την καθοδήγηση της εξαιρετικής ψυχολόγου κ. Αλεξάνδρας Πάλλη. Πλάι στην κ. Πάλλη, έμαθα για την Ψυχοεκπαίδευση του Ian Falloon και την Θεραπεία Οικογένειας σε οικογένειες με μέλος που πάσχει από Σχιζοφρένεια. Για να εμβαθύνω σε αυτόν τον τομέα, παρακολούθησα το διετές θεωρητικό και πρακτικό σεμινάριο “Ψυχοεκπαιδευτικές Παρεμβάσεις – Συμπεριφορική Θεραπεία Οικογένειας στην Ψύχωση”. Η άμεση επαφή μου με τις οικογένειες αυτές, που αντιμετωπίζουν καθημερινά τις προκλήσεις αυτής της διαταραχής, αύξησε την κατανόηση μου για τα δυναμικά που αναπτύσσονται μεταξύ των μελών τους και για το εύρος των ζητημάτων που καλούνται να αντιμετωπίσουν.

Με αφορμή την αναφορά μου στο Ε.Π.Ι.Ψ.Υ., να σημειώσω με χαρά πως είχα την τιμή να γνωρίσω έναν ακρογωνιαίο λίθο στην ιστορία και εξέλιξη της Ψυχικής Υγείας στην Ελλάδα, τον ίδιο τον ιδρυτή του Ερευνητικού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου Ψυχικής Υγείας, τον κ.Κώστα Στεφανή, ο οποίος είχε διατελέσει μέχρι και Πρόεδρος της “Παγκόσμιας Ψυχιατρικής Εταιρείας” για 7 χρόνια. Οι δυο τόμοι του βιβλίου του “Θέματα Ψυχιατρικής” παραμένουν αναγκαίο ανάγνωσμα για όλους τους επαγγελματίες Ψυχικής Υγείας ακόμα και σήμερα.

Την ίδια περηφάνεια για την γνωριμία μου με τον κ. Στεφανή νοιώθω και για την γνωριμία μου με τον κ. Griffith Εdwards. Όταν μιλάμε για “εξάρτηση”, αναφερόμαστε σε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά ή αλλιώς συμπτώματα, όπως είναι η ανοχή στην ναρκωτική ουσία, το στερητικό σύνδρομο, η αδυναμία ελέγχου κατανάλωσης της ουσίας, η μείωση της λειτουργικότητας και της ποιότητας της ζωής, κ.α.. Αυτά τα χρακτηριστικά παρατήρησε ο Griffith Εdwards να μοιράζονται όλοι οι ασθενείς του που έκαναν βαριά χρήση αλκοόλ όταν ήταν ψυχίατρος το 1976 στο Maudsley Hospital του Institute of Psychiatry. Από αυτή την κλινική παρατήρηση οδηγήθηκε στην υπόθεση ύπαρξης ενός συνδρόμου (της εξάρτησης από το αλκοόλ), το οποίο στην συνέχεια απόδειξε και τεκμηρίωσε με ερευνητικά ευρήματα. Ο ίδιος αυτός ψυχίατρος ήταν αυτός που ξεκίνησε και σχεδίασε το μεταπτυχιακό που ολοκλήρωσα στο Institute of Psychiatry, King’s College London, με τίτλο “Clinical and Public Health Aspects of Addiction”.

Οι καθηγητές μας στο Institute of Psychiatry ήταν ομοίως πρωτοπόροι και αφοσιωμένοι στον τομέα της εξάρτησης όσο και ο ίδιος ο κ. Εdwards και μας δίδαξαν την σπουδαιότητα της επιστημονικά κριτικής σκέψης και της επιστήμης της Στατιστικής. Υπεύθυνος του μεταπτυχιακού μας ήταν ο κ. John Strang, ένας “κορυφαίος” ερευνητής, με την μεταφορική και κυριολεκτική σημασία της λέξης, αφού σύμφωνα με το “Ινστιτούτο Πανεπιστημιακής Ανάλυσης” (ISI) κατέχει τον τίτλο του “Highly Cited Author” και βρίσκεται στο “πρώτο μισό του ένα τοις εκατό όλων των ερευνητών των οποίων οι μελέτες έχουν δημοσιευτεί τις τελευταίες δυο δεκαετίες”. Οι υπόλοιποι διδάσκοντες ήταν εξίσου αξιόλογοι ερευνητές και κλινικοί, πρωτοπόροι ψυχολόγοι και ψυχίατροι στον χώρο των εξαρτήσεων όπως η Jane Marshall (υπεύθυνη μεταξύ άλλων για τα NICE guidelines για την Διπλή Διάγνωση), ο Nick Lintzeris (ο οποίος είναι και τακτικός συνεργατής του ΟΚΑΝΑ στην Ελλάδα), η Kim Wolff, ο Paramabandhu Groves (“Mindfulness and Skilful Living in the Modern Era”, ιδρυτής του Kindness Behaviour Training), κ.α..

Στο πλαίσιο των μεταπτυπτυχιακών κλινικών πρακτικών είχα την ευκαιρία να εργαστώ σε δομές σωματικής αποτοξίνωσης από το αλκοόλ (Acute Assessment Unit του Maudsley Hospital), από τα οπιοειδή, τις βενζοδιαζεπίνες και τις διεγερτικές ουσίες (Wickham Park House του Bethlem Royal Hospital), σε εξωτερικές δομές (μέσα στην κοινότητα) χορήγησης μεθαδόνης και σωματικής αποτοξίνωσης από το αλκοόλ (Addiction Resource Center, Marina House), σε Κλινική για Διακοπή/ Αποχή από το Κάπνισμα (Smoking Cessation Clinic του Maudsley Hospital) καθώς και σε δομή “Μείωσης της Βλάβης” και “Διπλής Διάγνωσης” (BAIS, Bromley Advice & Information Service). Το πρωταρχικό ζητούμενο ως ασκούμενη στις κοινοτικές δομές ήταν η διεξαγωγή συνεδρίων με τους ανθρώπους που έκαναν χρήση αυτών των υπηρεσιών, με στόχο την κατανόηση και παρουσίαση των προβλημάτων τους (Case Presentation and Formulation), την διερεύνιση των προδιαθεσικών, των αιτιολογικών και των παραγόντων που συντηρούν τις διαταραχές. Στις νοσοκομειακές δομές διεξήγα ατομικές συνεδρίες και συντόνιζα ομάδες χρησιμοποιώντας την μέθοδο και τις τεχνικές της Συνέντευξης Κινητοποίησης (Motivational Interviewing) και της Πρόληψης Υποτροπής (Relapse Prevention). Δεν ήταν λίγες οι φορές που επέλεξα να εφαρμόσω, αφού είναι αποδεδειγμένα βοηθητικές και αποτελεσματικές, ασκήσεις και τεχνικές ενσυνειδητότητας (mindfulness) κυρίως από την μέθοδο της Διαλεκτικής Συμπεριφορικής Θεραπείας (Dialectical Behaviour Therapy).

Η μεταπτυχιακή μου εργασία ερευνούσε την ύπαρξη ή όχι του φαινομένου “εμμονή με τις βελόνες” (needle fixation) και ήταν ταυτόχρονα ποσοτική (quantitative research) και ποιοτική (qualitative research). Με την έρευνα μου συμμετείχα στην πρώτη εθνική κλινική δοκιμή κρατικής χορήγησης ενέσιμης ηρωίνης στην Αγγλία (RIOTT) διεξάγοντας πάνω από 30 κλινικές συνεντεύξεις.

Όλες οι εμπειρίες μου και οι γνώσεις μου με είχαν προετοιμάσει επαρκώς όταν προσλήφθηκα με σύμβαση Αορίστου Χρόνου στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής (ΔΑΦΝΙ) ως Κλινική Ψυχολόγος.

Τα πρώτα χρόνια εργάστηκα στον Συμβουλευτικό Σταθμό του “18 ΑΝΩ” ως ατομική θεραπεύτρια της Α’ Φάσης και του Ανοιχτού Προγράμματος, όπου μπορούσα να συνδυάσω τις μεγάλες μου αγάπες: την χρήση της κλινικής συνέντευξης για την κατανόηση των βιωμάτων ενός ανθρώπου, την διαχείριση στην κρίση, την ανάπτυξη κινήτρου και την ψυχοεκπαίδευση. Το “18 ΑΝΩ” εκείνη την εποχή ήταν το μόνο “στεγνό” πρόγραμμα που δεχόταν άτομα με διπλή διάγνωση. Εν προκειμένω ο ρόλος μου ήταν να εντοπίσω τις δυσκολίες του θεραπευόμενου στο σύνολο τους (διάγνωση, διαφοροδιάγνωση και συμπεριφεριολογική ανάλυση), να σχεδιάσουμε παρέα ένα εξατομικευμένο, προσαρμοσμένο στις δικές του ανάγκες, επιθυμίες και προηγούμενες εμπειρίες θεραπευτικό πλάνο, και τέλος να υποστηρίξω τον θεραπευόμενο να αντιμετωπίσει το σύνδρομο της εξάρτησης, τις περισσότερες φορές χωρίς την χρήση φαρμάκων, και να τον εμψυχώσω, κινητοποιήσω, υποστηρίξω, εμπνεύσω να κρατήσει την αποχή του για κάποιους μήνες προκειμένου να ενταχθεί σε Κλειστό ή Ανοιχτό Πρόγραμμα. Ως θεραπεύτρια Ανοιχτού Προγράμματος και αφού η ουσία εξάρτησης είχε αποβληθεί πια από τον οργανισμό, δουλεύαμε μαζί με τον θεραπευόμενο για να κατανοήσουμε και να διερευνίσουμε τις αιτίες και τους λόγους για τους οποίους ξεκίνησε την χρήση και πώς συντηρείται η ψυχολογική εξάρτηση από την ουσία. Μετά από μια περίοδο, άρχισα να εργάζομαι και ως ατομική και ομαδική θεραπεύτρια Κλειστού Προγράμματος όπου εκεί και πάλι αρμοδιότητα μου ήταν να δημιουργήσω τις κατάλληλες συνθήκες για να εξερευνίσει ο θεραπευόμενος τον εαυτό του, να νοηματοδοτήσει τα βιώματα του, να αποκτήσει επίγνωση των επιθυμιών του και των αναγκών του και να επιλέξει τις κατευθύνσεις στις οποίες θα ήθελε να κινηθεί. Αργότερα, στην φάση της Επανένταξης η γνώση που κατακτήθηκε κατά την διάρκεια της ψυχοθεραπείας θα εφαρμοζόταν στην πράξη, στο περιβάλλον μέσα στο οποίο γεννήθηκε η παθολογία. Ήταν μεγάλη τιμή και πρόκληση να συνοδεύω τους ανθρώπους αυτούς σε αυτά τα βήματα. Παράλληλα με τις ατομικές συνεδρίες συντόνιζα ομαδικές συναντήσεις με τους θεραπευόμενους καθώς και ομαδικές συναντήσεις με την οικογένεια.


Τα χρόνια που εργάστηκα στο ΨΝΑ ήταν ακόμα υπεύθυνη η κ. Κατερίνα Μάτσα, η ψυχίατρος που ίδρυσε το “18 ΑΝΩ”. Ο χαρισματικός αυτός άνθρωπος φώτισε για πρώτη φορά για μένα σημαντικές παραμέτρους στην εξίσωση μιας καλής θεραπεύτριας. Είδα στην πράξη πως μεταβλητές που δεν μπορούν να ποσοτικοποιηθούν ή και να αναπαραχθούν, οι λεγόμενοι “μη-ειδικοί” παράγοντες, όπως η ποιότητα της σχέσης που αναπτύσσεται με έναν ή μια θεραπευόμενη, μπορεί να δράσουν ως καταλύτες για την απελευθέρωση τους από τα συμπτώματα τους. Η κ. Μάτσα με δίδαξε την θεραπευτική αξία που έχει το συναίσθημα στην θεραπευτική διαδικασία, και ανέδειξε την κοινωνική διάσταση των ψυχιατρικών διαταραχών. Η επιστημονική μου προσέγγιση εμπλουτίστηκε με μια ματιά που θα έλεγε κανείς πως εκπροσωπείται/ εκφράζεται από την σχολή του Υπαρξισμού.


Παραιτήθηκα από την θέση του Ψυχολόγου στο Ψ.Ν.Α. προκειμένου να μετακομίσω και να εργαστώ στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στο Λονδίνο εργάστηκα στο Thames Reach, έναν από τους μεγαλύτερους οργανισμούς στην Αγγλία για ευπαθείς ομάδες και ανθρώπους χωρίς στέγη. Σε μια κοινωνία με ένα πιο άρτια δομημένο κράτος πρόνοιας και περισσότερες δυνατότητες κοινωνικών παροχών από την Ελλάδα, αλλά και με έναν αποδυναμωμένο κοινωνικό ιστό και μικρότερη υποστήριξη από την οικογένεια, το προφίλ και οι ανάγκες των εξυπηρετούμενων φαίνονταν διαφορετικές. Δούλεψα σε τρεις ξεχωριστές δομές με ανθρώπους με ένα πολύπλοκο κλινικό προφίλ και ψυχοκοινωνική κατάσταση, άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας με συννοσηρότητα (ψυχιατρικές διαταραχές, διαταραχές προσωπικότητας και ουσιοεξάρτηση) συχνά με χρόνιες ιατρικές παθήσεις, κάποιες φορές με πολυετή διαμονή στον δρόμο με συχνές και βίαιες επιθέσεις από περαστικούς. Η εικόνα του πολυχρήστη (αμφεταμίνες και διεγερτικά μαζί με κατασταλτικά και οπιοειδή), που τότε δεν ήταν τόσο διαδεδομένη στην Ελλάδα, ήταν η νόρμα ενώ η χρήση συντηρείτο με τα κρατικά επιδόματα που λάμβαναν. Η διαδεδομένη χρήση του C.B.T. (Γνωσιακή Συμπεριφορική Θεραπεία) στην Αγγλία, είχε ως αποτέλεσμα να μπορώ να προσθέσω εύκολα και θεραπευτικά εργαλεία από άλλες επιστημονικά τεκμηριωμένες προσεγγίσεις (Mindfulness Based Cognitive Therapy, Mindfulness Based Stress Reduction) στην ψυχοθεραπευτική μου μέθοδο και έτσι στράφηκα στην μελέτη και την εφαρμογή τεχνικών για την καλλιέργεια της αυτο-συμπόνοιας (Self-Compassion).

Μετά από αρκετά χρόνια στο Thames Reach, το κλινικό μου ενδιαφέρον στράφηκε σε ένα καινούργιο για μένα πεδίο, την ενδο-οικογενειακή βία (domestic violence). Έχοντας δουλέψει στο παρελθόν με άντρες που εξέδιδαν γυναίκες, πατεράδες που είχαν αποκτήσει παιδιά με διαφορετικές γυναίκες και δεν είχαν επαφή με κάνενα παιδί, καθώς και με γυναίκες που ανέφεραν ξυλοδαρμό από τους συντρόφους τους αλλά παρέμεναν στην σχέση, άρχισα να μελετώ την βιβλιογραφία και το προφίλ των κακοποιητών/ θυτών και τις τεχνικές που χρησιμοποιούν για να θυματοποιήσουν και να εγκλωβίσουν τις συντρόφους τους και τα παιδιά τους. Στόχος μου ήταν η ψυχοθεραπεία με τους θύτες αλλά η σχεδόν ανύπαρκτη βούληση των ίδιων των θυτών για κάτι τέτοιο με οδήγησε στα θύματα ενδο-οικογενειακής βίας. Ξεκίνησα να εργάζομαι εθελοντικά ως συντονίστρια ομάδων και ατομικών συνεδριών σε μονάδα κακοποιημένων γυναικών. Τα βιώματα και η διαδρομή κάθε γυναίκας που συνάντησα εκεί με συνέδραμαν στο να κατανοήσω εις βάθος και σε όλα της τα επίπεδα την τραγικότητα του φαινομένου που ονομάζεται “ενδο-οικογενειακή βία” ενώ σπουδαίοι ειδικοί του χώρου με εφοδίασαν κατάλληλα για να τις βοηθήσω να την αντιμετωπίσουν.

Το 2018 επέστρεψα στην Ελλάδα όπου επαναλειτούργησα την ιδιωτική μου πρακτική ενώ παράλληλα εργάζομαι ως Κλινική Ψυχολόγος σε ξενώνα αστέγων.